Nτίνα Νικολάου: "Η κουζίνα μου είναι ακομπλεξάριστη"

Ζει μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας. Τώρα βρίσκεται στην Ελλάδα, καθότι ξεκινά γυρίσματα για νέα τηλεοπτική εκπομπή (προσεχώς τα νεότερα) και επιμελείται το μενού του πεντάστερου ξενοδοχείου Miraggio Thermal Spa Resort, στη Χαλκιδική.

Δύσκολα μπορείς να φανταστείς την Ντίνα Νικολάου σε κάτι άλλο πέραν της μαγειρικής. Όταν μιλά για πιάτα, γαρνιτούρες, πρώτες ύλες και συνταγές, χρωματίζεται η φωνή της, χαμογελούν τα μάτια της, λάμπει ολόκληρη. Γι' αυτό και αν ερχόταν ξανά σε αυτόν τον κόσμο –πράγμα διόλου απίθανο, σύμφωνα με την ίδια–, πάλι με τη μαγειρική θα ασχολούνταν. 

"Ή έστω με κάτι που θα έχει άμεση σχέση με το φαγητό" λέει γελώντας στο περιοδικό People και στη δημοσιογράφο Φανή Πλατσατούρα. 

Πόσα χρόνια ζεις στο Παρίσι; 
Από τα 21 μου, όταν πήγα για μεταπτυχιακές σπουδές στα Οικονομικά και το Μάρκετινγκ. Ύστερα φοίτησα στη Le Cordon Bleu, τη μεγαλύτερη σχολή γαστρονομίας που υπάρχει στον κόσμο. Δεν είχα στο μυαλό μου ξεκάθαρα ότι θέλω να ασχοληθώ με τη μαγειρική. Γράφτηκα στη συγκεκριμένη σχολή γιατί στα μάτια μου ο κόσμος της γαστρονομίας έκρυβε μια γοητεία. Μυρωδιές και αρώματα. Μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι τότε η μαγειρική δεν είχε το status που έχει σήμερα. Ήταν μια τέχνη με την οποία ασχολούνταν όσοι δεν τα είχαν καταφέρει κάπου αλλού. 

Και έγινες μαγείρισσα. 
Ήταν καρμικό. Γενικά πιστεύω ότι το Παρίσι έχει παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. 

Στο κεντρικό εστιατόριο που έχεις τώρα σερβίρεις ελληνικά πιάτα; 
Το εστιατόριο το δουλεύουμε μαζί με την αδελφή μου και τον γαμπρό μου. Το δημιουργήσαμε πριν από δεκαέξι χρόνια, θέλοντας να αλλάξουμε την ιδέα που έχουν οι Γάλλοι για την ελληνική κουζίνα. Μέχρι τότε τα ελληνικά εστιατόρια ήταν πιο τουριστικά, λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ' αγόρι μου. Άντε, στο τσακίρ κέφι, να ακούσουμε Ζορμπά και να πετάξουμε κανά πιάτο. Εμείς θέλαμε να τους δείξουμε ότι η ελληνική κουζίνα είναι από τις αρχαιότερες του κόσμου. Στον κατάλογο γράφουμε "Αρνάκι στον φούρνο όπως στην Πελοπόννησο", "Πιτάκια γεμιστά όπως στην Κρήτη", "Ελιές όπως στη Χαλκιδική" κ.ο.κ. 

Ποιο πιάτο ζητούν περισσότερο οι πελάτες; 
Α, τον μουσακά μας. Βέβαια, είναι τελείως διαφορετικός σε εμάς: με στρογγυλό σχήμα, έχει απέξω τη μελιτζάνα, μέσα την μπεσαμέλ, που είναι από γιαούρτι, ελαιόλαδο, πολύ ωραίο ψιλοκομμένο μοσχαρίσιο κρέας και από πάνω έχει μια κρέμα φέτας. Κάθε χρόνο, επίσης, βραβευόμαστε για τον ταραμά μας. Και κάνουμε και κάτι συγκλονιστικά πιτάκια με σύγκλινο Μάνης και περγαμόντο, που είναι να γλείφεις τα δάχτυλά σου. 

Μας άνοιξε ήδη η όρεξη... 
Αυτό θέλουμε! Έχουμε μια κουζίνα που πορεύεται χωρίς ενοχές, αφήνει τον εαυτό της ελεύθερο να δανειστεί λίγα αρώματα από άλλες μεσογειακές χώρες και κάποια μυρωδικά από τη Βόρεια Αφρική. Με δυο λόγια, η κουζίνα μου είναι ακομπλεξάριστη. 

Πιστεύεις ότι οι Έλληνες είμαστε ακομπλεξάριστοι στο φαγητό; 
Το φαγητό δεν έχει όρια, ούτε σύνορα. Γι' αυτό και εκνευρίζομαι όταν με ρωτούν, για παράδειγμα, τι εθνικότητας είναι ο μπακλαβάς. Γείτονες λαοί είμαστε, γιατί να διαχωρίζουμε το φαγητό από την ιστορία της χώρας παρασκευής του;