"Ρίκα στον ουρανό με τα διαμάντια": Η κρυφή αυτοβιογραφία


Αναμφίβολα οι περισσότεροι θυμούνται τη Ρίκα Βαγιάννη με την ιδιότητά της ως (συν)παρουσιάστρια διαφόρων τηλε-μαγκαζίνο ή ως παρουσιάστρια γενικώς: Μεταξύ των αμέτρητων εμφανίσεών της, είχε αναλάβει χρέη ρεπόρτερ της ΝΕΤ από το Ζάππειο στον τελικό της Γιουροβίζιον το 2005.
Τότε που το συγκεντρωμένο πλήθος πανηγύριζε το θρίαμβο της Έλενας Παπαρίζου με το «My Number One». Η ανάμιξη της Ρίκας Βαγιάννη σε εκείνο το ξέφρενο πάρτι συνιστά απόδειξη ότι δεν ήταν σοβαροφανής, ούτε έπαιρνε στα σοβαρά το δημόσιο προφίλ της. Ακριβώς επειδή ήταν μια πολύ σοβαρή, με την ουσιαστική έννοια της λέξης, σκεπτόμενη γυναίκα.

Ωστόσο, πέρα από την τηλεοπτική ελαφρότητα, την οποίαν υπηρέτησε με συνέπεια και ευσυνειδησία, ακόμη και όταν ψηλαφούσε «βαριά» θέματα, το γράψιμο είναι εκείνη η πτυχή της πολυσχιδούς της προσωπικότητας που αναδεικνύει περισσότερο τον χαρακτήρα της. Ιδιαίτερα αφ' ότου μετακόμισε στην Αυστραλία και έγινε μητέρα, τα κείμενα της Ρίκας Βαγιάννη έγιναν, με έναν ιδιαίτερο τρόπο, αυτοβιογραφικά. Το πρόσχημα ήταν αυτό που δικαιολογούσε το εκάστοτε χρονογράφημα. Κατά βάθος όμως, το γραπτό της ήταν εξομολογητικό. Κάτι σαν δημόσιο και ταυτόχρονα κρυφό ημερολόγιο. 

Το πιο εύκολα προσβάσιμο αρχείο των κειμένων της βρίσκεται στο protagon.gr. Εκεί μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την πορεία που ακολούθησε η Ρίκα Βαγιάννη, καθώς ερχόταν αντιμέτωπη με δραματικές αλλαγές στη ζωή της -μία εκ των οποίων ήταν η ίδια της η ψυχοπνευματική ωρίμανση. Το πώς φαινόταν να ξορκίζει με το ανατρεπτικό, αναρχικό της χιούμορ το επελαύνον σκοτάδι της μελαγχολίας.

Εντελώς τυχαία, ανάμεσα σε δεκάδες άρθρα, αλιεύεται το εξής δείγμα γραφής της: «Ήμουν γερό σκαρί. Κάποτε. Τώρα, έχει μείνει μόνο το τσόφλι μου, να παραδέρνει στον μανιασμένο ωκεανό του κόσμου. Χωρίς τιμόνι, χωρίς πυξίδα, χωρίς καπετάνιο -χωρίς καν μια φωτοβολίδα να εκτοξεύσω στον ουρανό, να δώσω το στίγμα μου, να με βρει ένας ξαδελφάνθρωπος να με σώσει. [...] Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου να σωπάσω τώρα- για να θυμηθώ τις οδηγίες: πρώτα, πρέπει να σταματήσω να κλαίγομαι και να καταριέμαι τσιρίζοντας τον σιχτίρη τον καπετάνιο, τον καιρό, το καρνάγιο που με πέταγε και τη μοίρα μου τη μαύρη. 

»Και μετά αρχίζει το δύσκολο -να χαμηλώσω το volume απ' έξω. Τη βοή των ανέμων, τους φρικτούς τριγμούς που έρχονται από τα αμπάρια και τα στεγανά των σπλάχνων μου, καθώς τα έγκατα των υδάτων διεκδικούν τον αφανισμό μου. Θέμα ζωής και θανάτου, λοιπόν να καταφέρω να ισορροπήσω πάνω στο 'και' μιας φράσης. Τρία γράμματα, τρία σανίδια για να φτιάξω τη σχεδία. Πάνω στο κάπα γέρνω, πάνω στο γιώτα βουλιάζω, αρπάζομαι από το άλφα, την αγκαλιά της απελπισίας. Απουσία. Άλλος, κανείς.

»[...] Μια στιγμούλα σωπαίνω και -θαύμα- γαληνεύουν όλα. Εξαφανίζεται η βουή των κυμάτων, σταματούν τα σφυρίγματα των ανέμων. Οι τριγμοί, ο αλαλαγμός και οι θρήνοι, ήμουν όλα εγώ. Εγώ το καράβι κι ο επιβάτης, εγώ το πλήρωμα κι ο ναυπηγός. Εγώ είμαι ο απέραντος ωκεανός -κι ο κόσμος ένα κούφιο τσόφλι εντός μου. 'Εγώ είμαι η ρωγμή;' ρωτάω με φωνή σιγανή σαν ανάσα νεογέννητου κι ο ανεπαίσθητος ψίθυρός μου δονεί τους γαλαξίες.

»Σπρωγμένη από μια ακατανίκητη δύναμη, εκτοξεύομαι από τον πάτο της απελπισίας μου ψηλά, προς τα αστέρια, μια ολόλαμπρη φωτοβολίδα συμπυκνωμένης παπαρολογίας. Στο δρόμο προς τα κάτω, διασταυρώνομαι με τα απόβλητα του συναδέλφου Πάουλου Κοέλιου: 'Εσένα, τι σου είπε το Σύμπαν;' προλαβαίνει να με ρωτήσει, πριν διαλυθούμε κι οι δυό σ' ένα σύννεφο μπουρδόσκονης».

Το προηγούμενο κείμενο αναρτήθηκε το 2011 και είχε τίτλο «Σκάσε και κολύμπα: οδηγίες προς ναυτιλλομένους». Όμως, ένα άλλο blog που είχε γράψει μερικούς μήνες νωρίτερα, σαν αντεπιστέλλουσα συνεργάτιδα του protagon.gr εφόσον είχε μετοικήσει στην Αυστραλία, έφερε τίτλο δανεισμένο από το περίφημο τραγούδι των Beatles: «O κόσμος ανάποδα: Rika (αντί για το αυθεντικό Lucy) in the sky with diamonds». Σε αυτό η Ρίκα Βαγιάννη έγραφε για την εμπειρία της στη μεγάλη γιορτή του Ανάποδου Κόσμου, των «Αντιπόδων» όπου ξαφνικά βρέθηκε να ζει, μια εθνική επέτειο την οποίαν η ίδια παρακολουθούσε στην πόλη του Περθ:

«H Αυστραλία έχει την εθνική της γιορτή στις 26 Ιανουαρίου. Μην πάει ο νους σας σε παρελάσεις και σοβαροφανή ταραταζούμ. Υπάρχουν και οι απαραίτητες επισημότητες, βεβαίως, αλλά βασικά, η χώρα όλη στήνει ένα ολοήμερο πάρτι. Είναι και τυχεροί, γιατί τους πέφτει πάνω στο κατακαλόκαιρο η επέτειος. Ξαμολιέται το σύμπαν, σε πάρκα, πλατείες, παραλίες, ακρογιαλιές, δειλινά, και πάσης φύσεως εξοχές, κάτι σαν την Καθαρά Δευτέρα, ή την Πρωτομαγιά τη δική μας, ας πούμε, χωρίς τον αετό.

»Ξένη; Όχι, δεν νιώθω ακριβώς ξένη. Η εθνική γιορτή της χώρας ιδρύθηκε για να θυμίζει την επέτειο της άφιξης των πρώτων Άγγλων αποίκων στο λιμάνι του Σύδνεϋ. Ολόκληρη η ήπειρος αποτελείται από 'ξένους', που ήρθαν από πολύ, πολύ μακριά, κι από πολλά διαφορετικά μέρη.

»[...] Όχι, δεν αισθάνομαι ξένη. Ούτε μόνη. Ούτε λυπημένη μέσα στη χαρά του κόσμου που γιορτάζει. Σκουπίζω και ντύνω γελώντας το μικρό που-εννοείται- έχει πετάξει επί τόπου ρούχα, παπούτσια, σώβρακο (αυτό τα κράτησε με το ζόρι, δεν καταλάβαινε ότι δεν είμαστε στη Μύκονο) κι έχει μουλιάσει στο ποτάμι. [...] Ευτυχώς απαγορεύεται το αλκοοόλ, τι να μεθύσεις, εδώ τριπάρεις κανονικά. Ανάμεσα σε κάθε 'ομοβροντία' πυροτεχνημάτων γίνεται μια παύση δευτερολέπτων, για να εντυπωσιαστεί το πλήθος από την επόμενη.

»Εκείνη την ώρα, η νύχτα μένει γυμνή από τα φωτεινά της στολίδια. Κοιτάζω ψηλά. Όλος ο ουρανός είναι λάθος. Όλα τ’ αστέρια είναι άλλα. Τι να ένιωθαν εκείνοι οι πρώτοι 'ξένοι' κάτω από έναν τόσο απίστευτα ανοίκειο ουρανό; Πώς να τους φαινόταν η νύχτα τόσο μακριά απ' ό,τι ήξεραν, τόσο καταδικασμένοι να μην ξαναδούν όποιον αγαπούσαν, τόσο, μα τόσο μακριά από το σπίτι;

»Προσεκτικά, να μην πατήσω κανένα κεφτέ, ή καμιά γιαγιά, οπισθοχωρώ λίγα μέτρα, προς το σκοτεινό πάρκο. Ο ουρανός ακόμα φλέγεται. Το πλήθος κοντανασαίνει εκστατικά σε κάθε έκρηξη. Γλιστράω με την πλάτη στη ρίζα ενός τεράστιου δέντρου. Νιώθω τη γη αρχαία και άγνωστη, αλλά ανεξήγητα συμπονετική. Το σκοτάδι με προστατεύει από τα βλέμματα του πλήθους, που είναι προσηλωμένο στο υπερθέαμα. Κι ενώ ολόγυρά μου η γιορτή τελειώνει μέσα μια οργασμική αποθέωση, παρασύρομαι κι επιτρέπω στον εαυτό μου τρεις δια ροπάλου απαγορευμένες απολαύσεις. Ανάβω τσιγάρο, κατεβάζω ένα ποτήρι κρασί, και ρίχνω, (επιτέλους, μετά από τόσες εβδομάδες ρομποτικής αυτοσυγκράτησης), αγάπη μου, το κλάμα της ζωής μου».

ΠΗΓΗ: protothema.gr