Ρενέ Στυλιαρά: "Αυτά που γράφω είναι η δική μου πραγματικότητα, δεν είναι κάτι αφαιρετικό"


Σίγουρα θα έχεις πετύχει στα social media, έστω και μία φορά, μια φωτογραφία με μια φράση με την υπογραφή "Ρενέ". Αν όχι, είσαι από τους λίγους εκείνους χρήστες που γλίτωσαν από ένα ιντερνετικό τσουνάμι συναισθημάτων, που κάνει χιλιάδες ανθρώπους να κοινοποιούν στον τοίχο τους σκέψεις και κρυφές επιθυμίες, στις οποίες η Ρενέ δίνει λεκτική υπόσταση.

συνεντεύξη στη Μαρία Λυσάνδρου 

– Tι αισθάνεσαι περισσότερο: Ποιήτρια; Περσόνα των social media; Μία ερασιτέχνις που απλά "το 'χει" με το γράψιμο;

Νομίζω ότι αυτό που μου βγαίνει πιο πολύ –κι ας μην είναι απόλυτα σαφές ακόμα– είναι ότι είμαι ένας άνθρωπος που του αρέσει πάρα πολύ η τέχνη του λόγου, με ό,τι αυτό μπορεί να περιλαμβάνει. Πιο παλιά έγραφα καθαρά ποίηση, τώρα έχω περάσει και σε πεζό λόγο. Έχω ξεκινήσει ήδη να γράφω ένα μυθιστόρημα…

– Αυτό που είναι πραγματικά εντυπωσιακό είναι ότι είσαι πολύ μικρή για να έχεις κατανοήσει σε τέτοιο βαθμό τα ανθρώπινα συναισθήματα. Από πού πηγάζει αυτό, νομίζεις;

Γενικά, όσοι δεν με ξέρουν πολύ καλά, θεωρούν ότι είμαι ένας κατ’ εξοχήν εξωστρεφής άνθρωπος – πράγμα που, εκ πρώτης όψεως, έχει κάποια βάση. Γενικά, όμως, κουβαλάω πολλή εσωστρέφεια και, αρκετές φορές, προσπαθώ να "δω" πραγματικά μέσα από ένα συναίσθημα, να το βιώσω με όλους τους δυνατούς τρόπους, για να μπορέσω να το αποδώσω καλύτερα.
Σίγουρα έχει να κάνει με το τι σε εμπνέει περισσότερο, με το τι αρέσει και στον κόσμο. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό.

– Αυτό το "τι αρέσει στον κόσμο" το έχεις πλέον ως κριτήριο όταν ξεκινάς να γράψεις; Ειδικά τώρα που έγινες πιο γνωστή;

Για μένα είναι πολύ ξεκάθαρο ότι, όταν γράφω, γράφω πρώτα για μένα, για τη δική μου εσωτερική ανάγκη να εκφράσω αυτό που νιώθω. Από εκεί και πέρα, το τι επικοινωνείς στον κόσμο πρέπει να είναι πάρα πολύ σαφές. Γι’ αυτό ίσως πρέπει να ξεφύγεις λίγο από το δικό σου χάος και να το δώσεις με έναν τρόπο που να μπορεί να ταυτιστεί ο οποιοσδήποτε.
Υπάρχει μια διαφορά: πολλές φορές, με βάση τον κόσμο, επιλέγω το τι θα κοινοποιήσω στα social media, όχι το τι θα γράψω. Δηλαδή, μπορεί να έχω γράψει ένα κείμενο τρεις σελίδες και να επιλέξω να κοινοποιήσω από αυτό μία συγκεκριμένη φράση, με την οποία κρίνω ότι θα μπορέσουν οι περισσότεροι να ταυτιστούν.

– Φαντάζομαι θα παρακολουθείς την "πορεία" των φράσεων που ανεβάζεις, τι κοινοποιείται περισσότερο, τι παίρνει περισσότερα likes... Τι βλέπεις, τελικά, να απασχολεί περισσότερο τους ανθρώπους; Ο θυμός; Ο έρωτας; Ο πόνος του ανεκπλήρωτου ή του χωρισμού;

Αυτό τώρα είναι ολόκληρη επιστήμη! Μπορεί εγώ να μην μπορώ να το αποδώσω επιστημονικά, αλλά αυτό που βλέπω, σε σχέση με το δικό μου κοινό, είναι ότι οτιδήποτε έχει να κάνει με κάτι που τους έχει προκαλέσει πόνο, οτιδήποτε έχει να κάνει με κάτι που τους θυμώνει πολύ και οτιδήποτε έχει να κάνει με μια ερωτευμένη κατάσταση (όχι ευτυχισμένη, όμως), είναι κάτι το οποίο έχουν ανάγκη να το διαβάσουν.

– Και να το κοινοποιήσουν...

Ακριβώς! Ίσως γιατί εκεί είναι που στερεύουν από λέξεις και δεν ξέρουν πώς να το εκφράσουν. Αυτό που δεν πηγαίνει και "τόσο καλά" είναι η ευτυχία... Όταν κάποιος είναι ευτυχισμένος, νιώθει μια πληρότητα, στην οποία δεν θέλει να προσθέσει τίποτα άλλο.
Αυτό, λοιπόν, που επιλέγω να κοινοποιώ είναι ό,τι έχει να κάνει με θλίψη, με πόνο, με ερωτευμένες καταστάσεις. Δεν επιλέγω ιδιαίτερα τον θυμό. Θεωρώ ότι, καμιά φορά, ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται ο θυμός δεν είναι τόσο "elegant", είναι κάπως επιθετικός...

– Ηλικίες που ανταποκρίνονται σ' αυτά που γράφεις έχεις προσέξει καθόλου;

Ναι, φυσικά. Πιο παλιά είχα πιο νεαρό κοινό: ξεκινούσαν από τα 14 και έφταναν μέχρι τα 20. Τώρα έχει αλλάξει αυτό, νομίζω ότι από 18 έως 28 είναι το πιο δυνατό μέρος και αρχίζει να φθίνει από τα 35 και πάνω.

– Τα γραφόμενά σου αντιπροσωπεύουν, φαινομενικά τουλάχιστον, περισσότερο τις γυναίκες. Η ερώτηση-κλειδί είναι: Ποιες είναι οι αντιδράσεις των ανδρών σε αυτά; Μπορεί να μην κοινοποιούν κάτι απαραίτητα, μπορεί να βλέπεις π.χ. αντιδράσεις μέσω μηνυμάτων...

Οι γυναίκες αντιδρούν σε αυτά περισσότερο, θα έλεγα ότι είναι γύρω στο 85% – συντριπτική πλειοψηφία. Παλιά είχα τη λανθασμένη πεποίθηση ότι οι άνδρες δεν τα διαβάζουν, αλλά αυτό δεν ισχύει. Απλά οι άνδρες δεν επιλέγουν να κοινοποιήσουν την παρουσία τους σε αυτά.
Τι εννοώ; Δύσκολα θα δω έναν άνδρα να κάνει μια κοινοποίηση ή ένα σχόλιο πάνω στη φωτογραφία. Πάρα πολλές φορές, όμως, μου έχουν στείλει άνδρες μήνυμα. Και όχι με τη λογική του φλερτ, αλλά με τη λογική τού να ζητήσουν μία συμβουλή – κάτι πολύ δύσκολο για έναν άνδρα. Πολύ συχνό, επίσης, είναι το να θέλουν να εκφράσουν μια κατάσταση που βιώνουν.
Πιο πολύ ίσως έχουν ανάγκη ότι κάποιος κάπως τους καταλαβαίνει, γιατί έχουν διαβάσει κάτι που το νιώθουν και οι ίδιοι. Απλά σε ένα προσωπικό μήνυμα υπάρχει η αίσθηση ότι "δεν θα το μάθει και κανένας"...

– Να υποθέσω ότι στον πόνο αντιδρούν περισσότερο;

Σε όλα! Μπορώ να σου πω ότι, σε αντίθεση με τις κοινοποιήσεις, τα μηνύματα είναι ένα 60% γυναίκες και 40% άνδρες. Δηλαδή δεν είναι ότι οι άνδρες δεν καταλαβαίνουν... Καταλαβαίνουν τα πάντα, απλώς δεν νιώθουν ακόμη άνετα να το εξωτερικεύσουν.

– Υπάρχει η άποψη ότι, λόγω της επέλασης του Ίντερνετ, ο κόσμος πλέον δεν πολυδιαβάζει βιβλία. Δεδομένου ότι εσύ έχεις κυκλοφορήσει ένα βιβλίο, βλέπεις να ισχύει αυτό;

Εγώ αυτό που βλέπω σίγουρα είναι ότι ο κόσμος των social media είναι πάρα πολύ δυνατός. Εμένα, από τη μία στιγμή στην άλλη, μου έχει δώσει μία πολύ μεγάλη δυναμική και τους ευχαριστώ πάρα πολύ γι’ αυτό. Σίγουρα ο κόσμος του βιβλίου έχει πέσει.
Οι νέοι, για παράδειγμα, μέσα από μια έρευνα που έκανα, ανακάλυψα ότι δεν διαβάζουν ποίηση: Πρώτον γιατί τη θεωρούν κάτι απαρχαιωμένο (άρα δυσνόητο). Όταν εγώ ξέρω ότι θα πάω να διαβάσω κάτι και νιώθω αμήχανα πριν ακόμα το πάρω στα χέρια μου, αμέσως με κάνει να μη θέλω να το αγοράσω.
Δεύτερον, η ποίηση, δυστυχώς, με τον τρόπο που την έχουμε στο μυαλό μας, δεν έχει νοηματική συνέχεια. Δηλαδή, είναι πολλά κείμενα κάτω από την ίδια θεματική ομπρέλα μεν, αλλά δεν μου δίνει το ένα πάτημα για να πάω στο άλλο και να με κρατήσει για να συνεχίσω. Εγώ, ως Ρενέ, και στα δύο μου βιβλία ήρθα αντιμέτωπη με αυτά τα δύο.
Για να φτάσεις στο βιβλίο, όμως, πρέπει να έχεις συστήσει τον εαυτό σου σωστά και ειλικρινά απέναντί τους. Να τους πεις: "Εγώ γράφω αυτό. Αφού, λοιπόν, μπορείς να το καταλάβεις, θες να το πάρεις και στα χέρια σου;". Εκεί τους δίνεις την μπάλα. Φαίνεται ότι, όταν έχεις κάνει σωστά τις συστάσεις, αποφασίζουν τελικά να πάρουν και το βιβλίο.

– Το πρώτο σου βιβλίο, το "Διακριτικά", είναι ουσιαστικά μια ποιητική συλλογή. Τώρα κυκλοφορείς το δεύτερο σου βιβλίο, που λέγεται "Αντέχεις να σου πω; – Αισθηματολόγιο". Αυτό, το "Αισθηματολόγιο", θέλω να μου το σχολιάσεις.

Κατ’ αρχάς, το πρώτο μου βιβλίο το εξέδωσα όταν ήμουν πολύ μικρή, 18 χρονών. Οπότε, υπάρχουν πολλές διαφορές σε σχέση με το δεύτερο. Το δεύτερο έχει πολύ περισσότερες σελίδες και επέλεξα τον τίτλο του έτσι ώστε να είναι αφιερώσιμος.
Εμένα, όταν με διαβάζουν οι άνθρωποι, σκέφτονται συνήθως κάποιον άλλον. Άρα, αντίστοιχα, αυτό το βιβλίο πιο εύκολα θα το αγοράσει κάποιος για να το κάνει δώρο κάπου και μετά θα το αγοράσει για τον εαυτό του.

– Άρα, απευθύνεσαι σε γενναίους αναγνώστες.

Ακριβώς! Έτσι θέτουν και το ερώτημά τους στον άλλον: "Αντέχεις να σου πω;"

– Το να δωρίσω ένα τέτοιο βιβλίο προϋποθέτει μια γενναιότητα, αλλά προϋποθέτει και γενναιότητα εκ μέρους αυτού που θα το πάρει, για να διαβάσει κάτι που μπορεί και να μην αντέχει...

Αυτό ήταν το δεύτερο πράγμα που ήθελα να σου πω: Ότι εγώ δίνω το βιβλίο μου σε σένα και σε ρωτάω "Αντέχεις να σου πω;", "Αντέχεις να διαβάσεις κάποιες αλήθειες μου, που ενδεχομένως να σε 'βρουν' κι εσένα κάπου;".
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τέσσερα κεφάλαια και είναι βασισμένο στα τέσσερα κύρια συναισθήματα: τον θυμό, τον φόβο, τον πόνο και την αγάπη. Το ονόμασα "Αισθηματολόγιο" γιατί αποφάσισα να κάνω μια νέα πρόταση, με ένα νέο λογοτεχνικό είδος που το ονομάζω έτσι. Αυτό που πραγματεύομαι, τελικά, τι είναι; Τα ανθρώπινα συναισθήματα και οποιαδήποτε πτυχή μπορεί να έχουν ή να παίρνουν μέσα στην καθημερινότητα.
Α, και το τελευταίο που αξίζει να σου πω είναι ότι το βιβλίο κυκλοφορεί με "εγχειρίδιο χρήσης"!

– Δηλαδή;

Καμιά φορά, δεν θέλεις να συστηθείς σε έναν άνθρωπο και λες "Να είχα τώρα ένα εγχειρίδιο χρήσης, να του εξηγήσω πώς είμαι, βρε παιδί μου, ένα manual...", για να μπορέσει να καταλάβει πώς λειτουργείς;
Αντίστοιχα, επειδή αυτό είναι ένα λίγο εύθραυστο βιβλίο και ευαίσθητο, έβαλα ένα "εγχειρίδιο χρήσης" πίσω, αντί για την περίληψη που είθισται να υπάρχει στο οπισθόφυλλο.

– "Αντέχεις να σου πω;", λοιπόν. Δώσε μου λίγες παραπάνω πληροφορίες.

Το βιβλίο έχω επιλέξει να το γράψω σε πρώτο πρόσωπο. Αν ανοίξεις την πρώτη σελίδα, μιλάω στον κάθε αναγνώστη προσωπικά, ως Ρενέ. Δηλαδή, αυτά που γράφω είναι η δική μου πραγματικότητα, δεν είναι κάτι αφαιρετικό.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ότι υπάρχει μια συνέχεια. Θα δεις ότι στα πρώτα κείμενα συστήνομαι, γράφοντας μάλιστα "Πάμε να γνωριστούμε;". Λέω ποια είμαι. Και, έτσι, συνεχίζει το ένα κείμενο να διαδέχεται το άλλο.
Αυτό που φρόντισα να κάνω, για να μην υπάρχει μεγάλη αντίφαση μεταξύ της Ρενέ που γνωρίζουν διαδικτυακά και της Ρενέ που εκδίδει το βιβλίο της, ήταν να επιλέξω μέσα στο ίδιο το βιβλίο να δημιουργήσω εικαστικά quotes. Όπως κάποιος θα διάβαζε π.χ. τον στίχο μου "Μεγάλη κουβέντα η αγκαλιά" και θα μπορούσε να τον κοινοποιήσει, έτσι αντίστοιχα, μέσα στο βιβλίο, με τον γραφίστα μου τον Γιώργο Κοκκινασίδη, δημιουργήσαμε ένα πλαίσιο, το οποίο μπορεί κάποιος να βγάλει φωτογραφία και να το μοιραστεί.
Τέλος, ήθελα να δώσω την ευκαιρία στον αναγνώστη, αν το θελήσει, να μπορεί να ανατρέξει στο αντίστοιχο κεφάλαιο που προβάλλει τη συναισθηματική του κατάσταση. Γι' αυτό, το βιβλίο είναι χωρισμένο σε ενότητες και τις έχουμε κάνει διακριτές με πέντε εξώφυλλα.

– Αν ήταν να επιλέξεις μία από τις φράσεις σου, η οποία διαχρονικά σε εκφράζει πιο πολύ, ποια θα ήταν;

Διαχρονικά νομίζω ότι με εκφράζει μια φράση, την οποία είχα γράψει πιο μικρή: "Η ζωή δεν είναι ούτε λίγη, ούτε μικρή· είναι ακριβώς αυτή που μας χρειάζεται, για να μη χάνουμε χρόνο περιμένοντας".

– Μα συνήθως δεν χάνουμε φοβερό χρόνο περιμένοντας;

Νομίζω ότι, όταν κάποιος καταλάβει πόσο εφήμεροι είμαστε και πόσο ελάχιστα απέχουμε από την "καταστροφή", εκεί αλλάζει και σταματά να χάνει χρόνο. Έτσι το βλέπω εγώ.

ΠΗΓΗ: http://www.planbemag.gr