Το ξεχασμένο τρίγωνο της οδού Μιχαλακοπούλου

"Σ​​την όχι και τόσο παλιά Αθήνα, ένα από τα χαρακτηριστικά της ήταν η συνύπαρξη μεγάλων και ταπεινών κτισμάτων. Έβλεπες ένα εντυπωσιακό τριώροφο και δίπλα μια παράγκα, ένα χέρσο οικόπεδο, μία αποθήκη, μία ταβέρνα με αυλή. Λίγο πιο κάτω, μια καινούργια λεωφόρος και από πίσω χωματόδρομοι. Πιο κει, ψηλές πολυκατοικίες και από κάτω μανάβης σε κάρο. Έζησε επί πολλά χρόνια η Αθήνα με αυτές τις αντιφάσεις, που στους σημερινούς κατοίκους θα φαίνονται εξωπραγματικές. Τους καταλαβαίνω, γιατί θα μπορούσα να είμαι και εγώ το ίδιο ανυποψίαστος αν δεν είχα στον νου αμυδρά τις παράγκες της οδού Μιχαλακοπούλου...
Περπατούσα τη Μιχαλακοπούλου, στο ύψος του νοσοκομείου «Αλεξάνδρα», νοητά κάτω από το Μέγαρο Μουσικής, και ξανακοιτούσα τις πολυκατοικίες. Η κίνηση ήταν μεγάλη, και ο θόρυβος επίσης. Υπήρχαν όλα όσα θα περίμενε κανείς, έως ότου φθάσει στη γωνία με την οδό Πόντου. Οι περίοικοι γνωρίζουν πολύ καλά αυτό το ξεχασμένο τρίγωνο Πόντου - Λαοδικείας -Μιχαλακοπούλου, μία φλούδα γης με ένα σαραβαλιασμένο σπιτάκι.
Εκείνη τη μέρα έβρεχε, και όλο αυτό το παράγωνο κομμάτι γης, με το θερμό και μαλακό κοκκινόχωμα, ήταν λασπωμένο και έμοιαζε ανασκαμμένο... λακκούβες με νερό καθρέφτιζαν τους ψηλούς αείλανθους, που κρατούσαν ακόμη φύλλα, αλλά περισσότερο μου άρεσαν οι κισσοί που ανέβαιναν τυλιχτά στο μικρό σπιτάκι. Στάθηκα να το χαζέψω.
Από την πλευρά της Μιχαλακοπούλου, η όψη έχει όλη φύγει. Είναι ένα χάλασμα. Αλλά από την πλευρά της Λαοδικείας, τα κουρτινάκια στο παράθυρο μου θύμισαν τα σπιτάκια που φώτιζαν στην καρδιά ενός μαύρου δάσους σε κάποιες σελίδες παραμυθιού. Ξαφνιάστηκα και εγώ ο ίδιος με τον συνειρμό μου, που τον βρήκα παράταιρο καθώς ολόγυρα ήμουν περικυκλωμένος από πολυκατοικίες και οχήματα. Ωστόσο, ήμουν μάρτυρας μιας αστικής ψευδαίσθησης. Το μικρό σπιτάκι της οδού Πόντου έμοιαζε σαν αποκύημα παραίσθησης.
Σαν αυτό υπήρχαν πολλά, μερικά τα θυμάμαι, κατά μήκος της όχθης του Ιλισού ή χωμένα κάτω στην κοίτη, να βλέπει κανείς από ψηλά μόνο τα ξεχαρβαλωμένα κεραμίδια, τις λαμαρίνες, τις μπουγάδες. Ενα τέτοιο σπιτάκι υπήρχε έως πρόσφατα και πιο κάτω, στη Βασιλέως Κωνσταντίνου, γωνία με Αντήνορος, απομεινάρι της παλιάς ζωής.
Αλλά, τώρα, αν ήθελα να απλώσω το χέρι, μπορούσα να το αγγίξω αυτό το συμπαθητικό σαράβαλο της οδού Πόντου, που και αυτό ήταν ένα κομμάτι από την ιστορία της Αθήνας. Ένα ίχνος. Θα χτίστηκε σε ελάχιστο χρόνο, όπως όπως και θα ήταν κομμάτι ενός μαχαλά. Θα ζούσε στη σκιά όσων άρχιζαν να χτίζονται μετά το ’30, είδα μερικά εκεί γύρω, όπως τον αριθμό 5 της οδού Σεβαστείας με την καφέ εξώθυρα. Σχεδόν απέναντι, η ωραία πολυκατοικία του ’50, στη γωνία με την οδό Λαμψάκου, με την κοίλη πρόσοψη, και στη σειρά όλες οι άλλες από το 1960 και μετά. Μου άρεσε που είδα την ώριμη ώσμωσή τους με την πόλη.
Αλλά η παράγκα ήταν εκεί. Ξέφτι δύσκολης καθημερινότητας, χωρίς ανέσεις και χωρίς πολλή ιδιωτική ζωή. Είδα μετά, τα ισόγεια διαμερίσματα, με τις ραμποτέ γκρίζες πόρτες τους, στην πολυκατοικία της Μιχαλακοπούλου 88, σαν μικρά σπιτάκια, που έβγαιναν στο κηπάριο, φωλιασμένα από την κίνηση αλλά ανοικτά στα βλέμματα. Είδα τη νοικοκυροσύνη, τις πολύχρωμες γλάστρες, την αξιοπρεπή σιωπή. Αφησα τότε πίσω και την παράγκα της οδού Πόντου. Μου είχε δώσει την έκπληξη της ημέρας".


ΠΗΓΗ: kathimerini.gr (Νίκος Βατόπουλος)